Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται και γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαίδευσης και της καθημερινότητας, η καθοδήγηση από γονείς και δασκάλους παραμένει κρίσιμη για τον τρόπο με τον οποίο θα τη χρησιμοποιήσουν τα παιδιά.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι πια κάτι αφηρημένο ή μακρινό. Δεν αφορά μόνο στους ειδικούς, στους προγραμματιστές ή στα εργαστήρια έρευνας. Έχει μπει αθόρυβα στην καθημερινότητα των παιδιών και των εφήβων. Στα σχολεία τους, στα κινητά τους τηλέφωνα, στον τρόπο που μαθαίνουν, που ρωτούν, που γράφουν, που σκέφτονται. Και συχνά αυτό συμβαίνει χωρίς καθοδήγηση, χωρίς πλαίσιο, χωρίς συζήτηση.
Πολλά παιδιά χρησιμοποιούν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για να λύσουν ασκήσεις, να καταλάβουν δύσκολα μαθήματα, να γράψουν εργασίες, να πάρουν ιδέες. Άλλα παιδιά, στρέφονται στην τεχνητή νοημοσύνη και για πιο ευαίσθητα ζητήματα: για συναισθηματική υποστήριξη, για άγχος, για ερωτήματα που δεν ξέρουν πού αλλού να απευθύνουν. Το ερώτημα δεν είναι εάν συμβαίνει — συμβαίνει ήδη. Το ερώτημα είναι πώς τοποθετούνται οι ενήλικες απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.
Από τον ενθουσιασμό στη διαδικασία της αμφιβολίας
Για πολλά παιδιά, η πρώτη επαφή με την τεχνητή νοημοσύνη συνοδεύεται από ενθουσιασμό. Η ταχύτητα, η ευκολία, η αίσθηση ότι «κάποιος είναι εκεί και απαντά πάντα» δημιουργεί μια εμπειρία που μοιάζει σχεδόν μαγική. Σύντομα, όμως, εμφανίζονται και τα πρώτα ερωτήματα: μαθαίνει κάποιος πραγματικά ή απλώς παίρνει έτοιμες απαντήσεις; Βοηθάει τη διαδικασία της γνώσης ή απαλλάσσει από τη διαδικασία της σκέψης;
Αυτή η μετάβαση από τον θαυμασμό στον προβληματισμό είναι κρίσιμη. Εκεί ακριβώς χρειάζεται η παρουσία του ενήλικα. Όχι για να απαγορεύσει ή να ελέγξει, αλλά για να βοηθήσει το παιδί να καταλάβει τι είναι αυτό που χρησιμοποιεί και πώς το χρησιμοποιεί.
Η συζήτηση πρέπει να αρχίζει νωρίς
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της σύγχρονης συζήτησης γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τα παιδιά είναι ότι η κουβέντα πρέπει να αρχίζει νωρίς. Όχι όταν η χρήση έχει ήδη παγιωθεί και λειτουργεί στο παρασκήνιο, αλλά πριν η τεχνολογία γίνει «δεδομένο».
Τα παιδιά χρειάζονται απλές, κατανοητές εξηγήσεις για το πώς λειτουργεί η τεχνητή νοημοσύνη. Ότι δεν σκέφτεται, δεν καταλαβαίνει, δεν έχει συνείδηση. Ότι βασίζεται σε δεδομένα, μοτίβα και πιθανότητες. Ότι μπορεί να μιμείται τη γλώσσα και το ύφος των ανθρώπων, αλλά δεν έχει εμπειρία, κρίση ή ηθική αντίληψη.
Όταν αυτή η γνώση χτίζεται σταδιακά, το παιδί αποκτά μια πιο ρεαλιστική σχέση με το εργαλείο. Δεν το αντιμετωπίζει ούτε ως αυθεντία ούτε ως φίλο.
Μαθαίνοντας μαζί
Για τους γονείς, η τεχνητή νοημοσύνη είναι εξίσου καινούργια όσο και για τα παιδιά τους. Αυτό δεν είναι μειονέκτημα. Αντίθετα, μπορεί να γίνει αφετηρία για κοινή εξερεύνηση.
Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης μαζί με το παιδί — για παράδειγμα για μια απορία της καθημερινότητας ή για ένα σχολικό ερώτημα — ανοίγει χώρο για συζήτηση.
- Είναι αυτή η απάντηση χρήσιμη;
- Τι λείπει;
- Τι μας προβληματίζει;
- Από πού μπορεί να προέρχεται αυτή η πληροφορία;
Μέσα από τέτοιες κουβέντες, το παιδί μαθαίνει κάτι πιο ουσιαστικό από μια σωστή απάντηση: μαθαίνει να αμφισβητεί, να ελέγχει, να μη δέχεται άκριτα.
Η αξία της διαδικασίας στη μάθηση
Ένα από τα μεγαλύτερα διλήμματα αφορά στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στο σχολείο. Η αυτόματη απάντηση συχνά προκαλεί φόβο: μήπως το παιδί δεν μάθει ποτέ να σκέφτεται μόνο του;
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει και ως εργαλείο μάθησης, αν χρησιμοποιηθεί σωστά. Όχι για να αντικαταστήσει τη σκέψη, αλλά για να τη στηρίξει. Να βοηθήσει το παιδί να καταλάβει από πού ξεκινά, ποια είναι τα βήματα, πώς οργανώνεται μια λύση ή ένα επιχείρημα.
Η διαφορά βρίσκεται στη χρήση. Άλλο το «δώσε μου την απάντηση» και άλλο το «πώς να το σκεφτώ». Αυτή η διάκριση είναι κεντρική και αξίζει να συζητηθεί ανοιχτά μέσα στην οικογένεια.
Οι υπαρκτοί κίνδυνοι
Παρά τις δυνατότητες, οι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί και δεν πρέπει να υποτιμώνται. Δεν γνωρίζουμε ακόμη πώς θα επηρεάσει μακροπρόθεσμα η συνεχής αλληλεπίδραση με συστήματα τεχνητής νοημοσύνης την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η χρήση τέτοιων εργαλείων σε περιόδους ψυχικής ευαλωτότητας. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να αναγνωρίσει πραγματικά τον κίνδυνο, ούτε να αντικαταστήσει την ανθρώπινη φροντίδα. Μπορεί να απαντήσει με πειστικό τρόπο, αλλά όχι απαραίτητα με ασφαλή τρόπο.
Γι’ αυτό και η συζήτηση γύρω από τα όρια είναι εξίσου σημαντική με τη συζήτηση γύρω από τις δυνατότητες.
Ο ρόλος του γονιού
Το βασικό ερώτημα δεν είναι εάν οι γονείς γνωρίζουν τα πάντα για την τεχνητή νοημοσύνη. Το ερώτημα είναι εάν είναι παρόντες. Εάν ρωτούν, εάν ακούν, εάν αφήνουν χώρο για αμφιβολία και προβληματισμό.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν πρόκειται να φύγει. Θα εξελιχθεί, θα ενσωματωθεί ακόμη περισσότερο στην εκπαίδευση και στην καθημερινότητα. Το ζητούμενο δεν είναι η απαγόρευση, αλλά η καλλιέργεια κριτικής στάσης απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη και στον ρόλο που μπορεί να έχει στη ζωή των παιδιών.
Γιατί, τελικά, αυτό που χρειάζονται περισσότερο τα παιδιά δεν είναι μια τέλεια απάντηση. Είναι ένας ενήλικας που είναι παρών, για να συζητήσει μαζί τους τα δύσκολα ερωτήματα.
Κλείνοντας, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι, η τεχνητή νοημοσύνη εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, ιδίως όταν εισέρχεται χωρίς όρια και κριτική σκέψη στον χώρο της εκπαίδευσης. Η άκριτη χρήση της μπορεί να οδηγήσει σε εξάρτηση, να περιορίσει τη μαθησιακή διαδικασία στη γρήγορη απάντηση και να αποδυναμώσει την ουσιαστική κατανόηση.
Ωστόσο, ταυτόχρονα, η τεχνητή νοημοσύνη έχει τη δυνατότητα να προωθήσει μια πιο δίκαιη και αταξική παιδεία, προσφέροντας πρόσβαση στη γνώση σε μαθητές που παραδοσιακά μειονεκτούν: παιδιά από οικογένειες με χαμηλό εισόδημα, μαθητές σε απομακρυσμένες ή υποβαθμισμένες περιοχές, παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες ή με μεταναστευτικό και προσφυγικό υπόβαθρο, που συχνά στερούνται σταθερής εκπαιδευτικής υποστήριξης.
Για να γίνει αυτό πραγματικότητα, δεν αρκεί η τεχνολογία από μόνη της· απαιτείται υποδομή, εκπαίδευση και πολιτικές που να διασφαλίζουν ίση πρόσβαση και ουσιαστική χρήση.