Είναι τα βιβλία που δεν διαβάστηκαν μόνο μία φορά, αλλά τέσσερις, πέντε ή και περισσότερες. Τι είναι όμως αυτό που μας κάνει να επιστρέφουμε ξανά και ξανά στις ίδιες ιστορίες;
Η πρώτη ανάγνωση δεν είναι πάντα η βαθύτερη
Ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ είχε διατυπώσει μια ενδιαφέρουσα άποψη: «Παραδόξως, ένα βιβλίο δεν διαβάζεται πραγματικά την πρώτη φορά. Διαβάζεται όταν το ξαναδιαβάζουμε». Η σκέψη του ήταν απλή αλλά εύστοχη. Στην πρώτη ανάγνωση η προσοχή μας είναι στραμμένη κυρίως στην πλοκή. Θέλουμε να μάθουμε τι θα συμβεί, να λύσουμε τα μυστήρια, να ακολουθήσουμε τους ήρωες μέχρι το τέλος του ταξιδιού τους.
Όταν όμως γνωρίζουμε ήδη την ιστορία, η ανάγνωση αποκτά άλλη διάσταση. Μπορούμε να σταθούμε στη γλώσσα, στις λεπτές αποχρώσεις των χαρακτήρων, στις αφηγηματικές επιλογές και στις μικρές λεπτομέρειες που ίσως πέρασαν απαρατήρητες την πρώτη φορά. Είναι σαν να κοιτάζουμε έναν αγαπημένο πίνακα πιο προσεκτικά και να ανακαλύπτουμε στοιχεία που δεν είχαμε δει ποτέ πριν.
Ακόμη και ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα μεταμορφώνεται στη δεύτερη ανάγνωση. Μόλις γνωρίζουμε ποιος είναι ο ένοχος, αρχίζουμε να θαυμάζουμε τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας είχε αφήσει τα ίχνη του από την πρώτη κιόλας σελίδα.
Όταν αλλάζουμε εμείς, αλλάζουν και τα βιβλία
Ένα βιβλίο που διαβάσαμε στα είκοσι μας συχνά μοιάζει εντελώς διαφορετικό όταν το ξαναπιάνουμε στα σαράντα. Όχι επειδή έχουν αλλάξει οι λέξεις του, αλλά επειδή έχει αλλάξει ο άνθρωπος που τις διαβάζει. Νέες εμπειρίες, διαφορετικές ανησυχίες και μια πιο ώριμη ματιά φωτίζουν άλλα σημεία της ίδιας ιστορίας.
Με έναν τρόπο, τα αγαπημένα βιβλία λειτουργούν σαν καθρέφτες. Κάθε φορά που επιστρέφουμε σε αυτά, δεν ανακαλύπτουμε μόνο κάτι καινούργιο στο κείμενο· ανακαλύπτουμε και κάτι για τον εαυτό μας.
Η απόλαυση δεν χάνεται όταν ξέρουμε το τέλος
Πολλοί πιστεύουν ότι η γνώση της κατάληξης αφαιρεί τη μαγεία της ανάγνωσης. Κι όμως, συχνά συμβαίνει το αντίθετο. Όταν δεν μας απασχολεί πια το ερώτημα «τι θα γίνει μετά», έχουμε τον χώρο να απολαύσουμε όλα όσα κάνουν ένα βιβλίο ξεχωριστό: τον ρυθμό της αφήγησης, τις εικόνες, τις υπόγειες συνδέσεις και τις λεπτομέρειες που ο συγγραφέας έκρυψε επιδέξια μέσα στις σελίδες.
Κάπως έτσι λειτουργεί και η επανάληψη στις αγαπημένες μας ταινίες. Ξαφνικά παρατηρούμε μια σκηνή ή μια φράση που προμήνυε διακριτικά το τέλος και που είχε περάσει απαρατήρητη την πρώτη φορά.
Η αξία της επιστροφής
Σε μια εποχή όπου διαβάζουμε συχνά βιαστικά και αποσπασματικά, η επιστροφή σε ένα αγαπημένο βιβλίο μοιάζει σχεδόν με πράξη επιβράδυνσης. Μας επιτρέπει να διαβάσουμε πιο βαθιά, να συνδέσουμε το κείμενο με τις εμπειρίες μας και να δώσουμε χρόνο στις σκέψεις να ωριμάσουν.
Ίσως, τελικά, αυτός να είναι ο σημαντικότερος λόγος για να ξαναδιαβάζουμε βιβλία. Οι σελίδες τους μένουν ίδιες. Εκείνος που αλλάζει είναι ο αναγνώστης. Και κάθε νέα ανάγνωση δεν είναι απλώς μια επιστροφή σε μια γνώριμη ιστορία, αλλά μια συνάντηση με τον παλιό και τον καινούργιο μας εαυτό ταυτόχρονα.